εκκολάπτω
•
- συμβάλλω στην ανάπτυξη ενός πτηνού μέσα στο αβγό του και στην εν καιρώ έξοδό του απ’ αυτό Βικιλεξικό
- μεταφορικάσυμβάλλω στη σύλληψη, διαμόρφωση και ανάπτυξη μιας ιδέας ή κάποιου πράγματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκολάπτω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκκολάπτω < ἐκ (εκ-) + κολάπτω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *qolə (τρυπώ, σκάβω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκκολάπτω | εκκολάπτεις | εκκολάπτει | εκκολάπτουμε | εκκολάπτετε | εκκολάπτουν / εκκολάπτουνε |
| Παρατατικός | εκκόλαπτα | εκκόλαπτες | εκκόλαπτε | εκκολάπταμε | εκκολάπτατε | εκκολάπταν / εκκολάπτανε / εκκόλαπταν |
| Αόριστος | εκκόλαψα | εκκόλαψες | εκκόλαψε | εκκολάψαμε | εκκολάψατε | εκκολάψαν / εκκολάψανε / εκκόλαψαν |
| Μέλλοντας | θα εκκολάπτω / θα εκκολάψω | θα εκκολάπτεις / θα εκκολάψεις | θα εκκολάπτει / θα εκκολάψει | θα εκκολάπτουμε / θα εκκολάψουμε | θα εκκολάπτετε / θα εκκολάψετε | θα εκκολάπτουν / θα εκκολάπτουνε / θα εκκολάψουν / θα εκκολάψουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκκολάψει | έχεις εκκολάψει | έχει εκκολάψει | έχουμε εκκολάψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκκολάψει | είχες εκκολάψει | είχε εκκολάψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκκολάψει / να εκκολάπτω / να εκκολάψω | να έχεις εκκολάψει / να εκκολάπτεις / να εκκολάψεις | να έχει εκκολάψει / να εκκολάπτει / να εκκολάψει | να έχουμε εκκολάψει / να εκκολάπτουμε / να εκκολάψουμε | να εκκολάπτετε / να εκκολάψετε | να εκκολάπτουν / να εκκολάπτουνε / να εκκολάψουν / να εκκολάψουνε |
| Προστακτική | — | εκκόλαπτε / εκκόλαψε | — | — | εκκολάπτετε / εκκολάψτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκκολάφθηκαεκκολάπτομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →