εκκρεμότητα
•
- κάτι που εκκρεμώ, που μένει να γίνει Βικιλεξικό
- μένουν πολλές εκκρεμότητες
- οικονομικές εκκρεμότητες
Ετυμολογία
εκκρεμότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐκκρεμ(ότης) + -ότητα < (ελληνιστική κοινή). Μορφολογικά αναλύεται σε (ἐκ) εκ- + κρεμ- (< αρχαία ελληνική κρέμαμαι) + -ότητα.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκρεμότητα | εκκρεμότητες |
| Γενική | εκκρεμότητας | εκκρεμοτήτων |
| Αιτιατική | εκκρεμότητα | εκκρεμότητες |
| Κλητική | εκκρεμότητα | εκκρεμότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →