Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκκριτικός

/e.kɾi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φυσιολογίαπου έχει σχέση με την έκκριση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκκριτικός < αρχαία ελληνική ἐκκριτικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκριτικόςεκκριτικήεκκριτικό
Γενικήεκκριτικούεκκριτικήςεκκριτικού
Αιτιατικήεκκριτικόεκκριτικήεκκριτικό
Κλητικήεκκριτικέεκκριτικήεκκριτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκκριτικοίεκκριτικέςεκκριτικά
Γενικήεκκριτικώνεκκριτικώνεκκριτικών
Αιτιατικήεκκριτικούςεκκριτικέςεκκριτικά
Κλητικήεκκριτικοίεκκριτικέςεκκριτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →