εκκριτικός
•
- φυσιολογίαπου έχει σχέση με την έκκριση, αναφέρεται ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκκριτικός < αρχαία ελληνική ἐκκριτικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκριτικός | εκκριτική | εκκριτικό |
| Γενική | εκκριτικού | εκκριτικής | εκκριτικού |
| Αιτιατική | εκκριτικό | εκκριτική | εκκριτικό |
| Κλητική | εκκριτικέ | εκκριτική | εκκριτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκκριτικοί | εκκριτικές | εκκριτικά |
| Γενική | εκκριτικών | εκκριτικών | εκκριτικών |
| Αιτιατική | εκκριτικούς | εκκριτικές | εκκριτικά |
| Κλητική | εκκριτικοί | εκκριτικές | εκκριτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →