εκλεκτός
•
- που τον έχουμε επιλέξει ανάμεσα σ’ άλλους ως σημαντικό και ξεχωριστό Βικιλεξικό
- ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
Ετυμολογία
εκλεκτός < αρχαία ελληνική ἐκλεκτός < ἐκλέγω < ἐκ + λέγω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *leǵ-
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλεκτός | εκλεκτή | εκλεκτό |
| Γενική | εκλεκτού | εκλεκτής | εκλεκτού |
| Αιτιατική | εκλεκτό | εκλεκτή | εκλεκτό |
| Κλητική | εκλεκτέ | εκλεκτή | εκλεκτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκλεκτοί | εκλεκτές | εκλεκτά |
| Γενική | εκλεκτών | εκλεκτών | εκλεκτών |
| Αιτιατική | εκλεκτούς | εκλεκτές | εκλεκτά |
| Κλητική | εκλεκτοί | εκλεκτές | εκλεκτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →