εκμαυλίζω
•
- παρασύρω κάποιον σε διαφθορά και σε κακές συνήθειες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκμαυλίζω < εκ- + μαυλίζω < (ελληνιστική κοινή) < μαῦλις
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκμαυλίζω | εκμαυλίζεις | εκμαυλίζει | εκμαυλίζουμε | εκμαυλίζετε | εκμαυλίζουν / εκμαυλίζουνε |
| Παρατατικός | εκμαύλιζα | εκμαύλιζες | εκμαύλιζε | εκμαυλίζαμε | εκμαυλίζατε | εκμαυλίζαν / εκμαυλίζανε / εκμαύλιζαν |
| Αόριστος | εκμαύλισα | εκμαύλισες | εκμαύλισε | εκμαυλίσαμε | εκμαυλίσατε | εκμαυλίσαν / εκμαυλίσανε / εκμαύλισαν |
| Μέλλοντας | θα εκμαυλίζω / θα εκμαυλίσω | θα εκμαυλίζεις / θα εκμαυλίσεις | θα εκμαυλίζει / θα εκμαυλίσει | θα εκμαυλίζουμε / θα εκμαυλίσουμε | θα εκμαυλίζετε / θα εκμαυλίσετε | θα εκμαυλίζουν / θα εκμαυλίζουνε / θα εκμαυλίσουν / θα εκμαυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκμαυλίσει | έχεις εκμαυλίσει | έχει εκμαυλίσει | έχουμε εκμαυλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκμαυλίσει | είχες εκμαυλίσει | είχε εκμαυλίσει | είχαμε εκμαυλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκμαυλίσει / να εκμαυλίζω / να εκμαυλίσω | να έχεις εκμαυλίσει / να εκμαυλίζεις / να εκμαυλίσεις | να έχει εκμαυλίσει / να εκμαυλίζει / να εκμαυλίσει | να έχουμε εκμαυλίσει / να εκμαυλίζουμε / να εκμαυλίσουμε | να εκμαυλίζετε / να εκμαυλίσετε | να εκμαυλίζουν / να εκμαυλίζουνε / να εκμαυλίσουν / να εκμαυλίσουνε |
| Προστακτική | — | εκμαύλιζε / εκμαύλισε | — | — | εκμαυλίζετε / εκμαυλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκμαυλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →