Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκμεταλλευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εκμετάλλευση, συμβάλλει ή αναφέρεται σ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκμεταλλευτικός < εκμεταλλευτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκμεταλλευτικόςεκμεταλλευτικήεκμεταλλευτικό
Γενικήεκμεταλλευτικούεκμεταλλευτικήςεκμεταλλευτικού
Αιτιατικήεκμεταλλευτικόεκμεταλλευτικήεκμεταλλευτικό
Κλητικήεκμεταλλευτικέεκμεταλλευτικήεκμεταλλευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκμεταλλευτικοίεκμεταλλευτικέςεκμεταλλευτικά
Γενικήεκμεταλλευτικώνεκμεταλλευτικώνεκμεταλλευτικών
Αιτιατικήεκμεταλλευτικούςεκμεταλλευτικέςεκμεταλλευτικά
Κλητικήεκμεταλλευτικοίεκμεταλλευτικέςεκμεταλλευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →