εκμεταλλεύομαι
•
- χρησιμοποιώ κάτι ή κάποιον για να αποκομίσω κέρδος· αξιοποιώ, χρησιμοποιώ κάτι για ωφέλιμο σκοπό Βικιλεξικό
- Από τότε μέχρι σήμερα έχουν διπλασιάσει την παραγωγή τους, έχουν εκμεταλλευτεί τις χρηματοδοτήσεις του ΕΣΠΑ, για να χτίσουν ένα υπερσύγχρονο διαλογητήριο / ψυγείο, και έχουν ήδη αποσβέσει το χρέος τους.
- χρησιμοποιώ κάποιον ή κάτι ιδιοτελώς (και αθέμιτα) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκμεταλλεύομαι < ελληνιστική κοινή ἐκμεταλλεύω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική exploiter une mine)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →