Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκμηχάνιση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εισαγωγή της χρήσης μηχανών και μηχανημάτων σε μια (παραγωγική) διαδικασία Βικιλεξικό
    • Σκοπός της ημερίδας είναι να αναδειχθεί η σημασία της εκμηχάνισης στην μείωση του κόστους παραγωγής, την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής γεωργίας και την αύξηση του γεωργικού εισοδήματος. (*)

Ετυμολογία

εκμηχάνιση < εκμηχανίζω + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) mécanisation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκμηχάνισηεκμηχανίσεις
Γενικήεκμηχάνισηςεκμηχανίσεων
Αιτιατικήεκμηχάνισηεκμηχανίσεις
Κλητικήεκμηχάνισηεκμηχανίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →