μηχανή
•
- μηχανολογίακατασκευή με κινητά μέρη που επιτελεί μια συγκεκριμένη εργασία, αυξάνοντας ή αντικαθιστώντας τη μυική δύναμη του ανθρώπου ή των ζώων. Συνήθως, μετατρέπει μια μορφή ενέργειας (π.χ. ηλιακή) σε μια άλλη πιο αποδοτική για ένα έργο (π.χ. κινητική) Βικιλεξικό
- ο κινητήρας ενός οχήματος Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο πρώτο όχημα όπου βρίσκεται ο μηχανισμός και που έλκει μια αμαξοστοιχία "δηζελάμαξα" με κινητήρες πετρελαίου = ντίζελ ή "ηλεκτράμαξα" με ηλεκτροκινητήρες έλξης Βικιλεξικό
- συνώνυμο του μοτοσικλέτα Βικιλεξικό
- μεταφορικάοι υπηρεσίες, τα μέσα και οι ομάδες άνθρωπων που λειτουργούν συνολικά και συντονισμένα Βικιλεξικό
- κρατική μηχανή
- κάθε μηχανικό μέσο που χρησιμοποιύνταν στο αρχαίο θέατρο, προκειμένου να είναι πιο ρεαλιστική η παράσταση Βικιλεξικό
- το πονηρό σχέδιο που καταστρώνεται με σκοπό την εξαπάτηση κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μηχανή < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μηχανή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | μηχανή | μηχανές |
| Γενική | μηχανής | μηχανών |
| Αιτιατική | μηχανή | μηχανές |
| Κλητική | μηχανή | μηχανές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →