εκμοντερνίζω
•
- κάνω κάτι μοντέρνο Βικιλεξικό
- εντάσσω κάτι στη μόδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκμοντερνίζω < εκ- + μοντερνίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική moderniser )
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκμοντερνίζω | εκμοντερνίζεις | εκμοντερνίζει | εκμοντερνίζουμε | εκμοντερνίζετε | εκμοντερνίζουν / εκμοντερνίζουνε |
| Παρατατικός | εκμοντέρνιζα | εκμοντέρνιζες | εκμοντέρνιζε | εκμοντερνίζαμε | εκμοντερνίζατε | εκμοντέρνιζαν / εκμοντερνίζαν / εκμοντερνίζανε |
| Αόριστος | εκμοντέρνισα | εκμοντέρνισες | εκμοντέρνισε | εκμοντερνίσαμε | εκμοντερνίσατε | εκμοντέρνισαν / εκμοντερνίσαν / εκμοντερνίσανε |
| Μέλλοντας | θα εκμοντερνίζω / θα εκμοντερνίσω | θα εκμοντερνίζεις / θα εκμοντερνίσεις | θα εκμοντερνίζει / θα εκμοντερνίσει | θα εκμοντερνίζουμε / θα εκμοντερνίσουμε | θα εκμοντερνίζετε / θα εκμοντερνίσετε | θα εκμοντερνίζουν / θα εκμοντερνίζουνε / θα εκμοντερνίσουν / θα εκμοντερνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκμοντερνίσει | έχεις εκμοντερνίσει | έχει εκμοντερνίσει | έχουμε εκμοντερνίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκμοντερνίσει | είχες εκμοντερνίσει | είχε εκμοντερνίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκμοντερνίσει / να εκμοντερνίζω / να εκμοντερνίσω | να έχεις εκμοντερνίσει / να εκμοντερνίζεις / να εκμοντερνίσεις | να έχει εκμοντερνίσει / να εκμοντερνίζει / να εκμοντερνίσει | να έχουμε εκμοντερνίσει / να εκμοντερνίζουμε / να εκμοντερνίσουμε | να εκμοντερνίζετε / να εκμοντερνίσετε | να εκμοντερνίζουν / να εκμοντερνίζουνε / να εκμοντερνίσουν / να εκμοντερνίσουνε |
| Προστακτική | — | εκμοντέρνιζε / εκμοντέρνισε | — | — | εκμοντερνίζετε / εκμοντερνίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκμοντερνίστηκαεκμοντερνίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →