Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκμοντερνίζω

/ek.mo.deɾˈni.zo/ρήμα
•
  1. κάνω κάτι μοντέρνο Βικιλεξικό
  2. εντάσσω κάτι στη μόδα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκμοντερνίζω < εκ- + μοντερνίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική moderniser )

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκμοντερνίζωεκμοντερνίζειςεκμοντερνίζειεκμοντερνίζουμεεκμοντερνίζετεεκμοντερνίζουν / εκμοντερνίζουνε
Παρατατικόςεκμοντέρνιζαεκμοντέρνιζεςεκμοντέρνιζεεκμοντερνίζαμεεκμοντερνίζατεεκμοντέρνιζαν / εκμοντερνίζαν / εκμοντερνίζανε
Αόριστοςεκμοντέρνισαεκμοντέρνισεςεκμοντέρνισεεκμοντερνίσαμεεκμοντερνίσατεεκμοντέρνισαν / εκμοντερνίσαν / εκμοντερνίσανε
Μέλλονταςθα εκμοντερνίζω / θα εκμοντερνίσωθα εκμοντερνίζεις / θα εκμοντερνίσειςθα εκμοντερνίζει / θα εκμοντερνίσειθα εκμοντερνίζουμε / θα εκμοντερνίσουμεθα εκμοντερνίζετε / θα εκμοντερνίσετεθα εκμοντερνίζουν / θα εκμοντερνίζουνε / θα εκμοντερνίσουν / θα εκμοντερνίσουνε
Παρακείμενοςέχω εκμοντερνίσειέχεις εκμοντερνίσειέχει εκμοντερνίσειέχουμε εκμοντερνίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εκμοντερνίσειείχες εκμοντερνίσειείχε εκμοντερνίσει———
Υποτακτικήνα έχω εκμοντερνίσει / να εκμοντερνίζω / να εκμοντερνίσωνα έχεις εκμοντερνίσει / να εκμοντερνίζεις / να εκμοντερνίσειςνα έχει εκμοντερνίσει / να εκμοντερνίζει / να εκμοντερνίσεινα έχουμε εκμοντερνίσει / να εκμοντερνίζουμε / να εκμοντερνίσουμενα εκμοντερνίζετε / να εκμοντερνίσετενα εκμοντερνίζουν / να εκμοντερνίζουνε / να εκμοντερνίσουν / να εκμοντερνίσουνε
Προστακτική—εκμοντέρνιζε / εκμοντέρνισε——εκμοντερνίζετε / εκμοντερνίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εκμοντερνίστηκαεκμοντερνίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →