Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκμοντερνισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εκμοντερνίζω Βικιλεξικό
    • Οι τάσεις εκμοντερνισμού και ευθυγράμμισης με την ευρωπαϊκή παιδεία της εποχής, που αναπτύσσονται στους κόλπους του φαναριωτισμού, δεν αισθάνονται να εκφράζονται πια μέσα από τη μονοκρατορία της κατεξοχήν έμμετρης μεταβυζαντινής γραμματολογίας μας, καθώς και μέσα από τις μορφολογικές επιβιώσεις που κυριαρχούν εν πολλοίς στο σύνολο ποιητικό έργο της εποχής αλλά και στα επιτεύγματα της κρητικής αναγέννησης.
    • Η συγκρότηση του Γερμανικού Ράιχ θα σημάνει μια ύφεση της αρχαιολατρίας. Τα αιτήματα που κυριαρχούν στη γερμανική εκπαίδευση ως αντιφάρμακα στην πανθομολογούμενη «καθυστέρηση του έθνους» είναι ο εκγερμανισμός, ο εκμοντερνισμός, ο τεχνολογισμός. (Βασίλειος Π. Μπερτουδάκης, Για την αιώνια πληγή που υπάρχει. Γέννηση και θάνατος της τραγωδίας», Νέα Εστία, τεύχος 1902, Σεπτ. 2025, σελ. 341)

Ετυμολογία

εκμοντερνισμός < εκμοντερνίζ(ω) + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεκμοντερνισμόςεκμοντερνισμοί
Γενικήεκμοντερνισμούεκμοντερνισμών
Αιτιατικήεκμοντερνισμόεκμοντερνισμούς
Κλητικήεκμοντερνισμέεκμοντερνισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →