εκνευρίζω
•
- προκαλώ νευρικότητα σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκνευρίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκνευρίζω < ἐκ (εκ-) + νεῦρον (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική énerver)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκνευρίζω | εκνευρίζεις | εκνευρίζει | εκνευρίζουμε | εκνευρίζετε | εκνευρίζουν / εκνευρίζουνε |
| Παρατατικός | εκνεύριζα | εκνεύριζες | εκνεύριζε | εκνευρίζαμε | εκνευρίζατε | εκνευρίζαν / εκνευρίζανε / εκνεύριζαν |
| Αόριστος | εκνεύρισα | εκνεύρισες | εκνεύρισε | εκνευρίσαμε | εκνευρίσατε | εκνευρίσαν / εκνευρίσανε / εκνεύρισαν |
| Μέλλοντας | θα εκνευρίζω / θα εκνευρίσω | θα εκνευρίζεις / θα εκνευρίσεις | θα εκνευρίζει / θα εκνευρίσει | θα εκνευρίζουμε / θα εκνευρίσουμε | θα εκνευρίζετε / θα εκνευρίσετε | θα εκνευρίζουν / θα εκνευρίζουνε / θα εκνευρίσουν / θα εκνευρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκνευρίσει | έχεις εκνευρίσει | έχει εκνευρίσει | έχουμε εκνευρίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκνευρίσει | είχες εκνευρίσει | είχε εκνευρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκνευρίσει / να εκνευρίζω / να εκνευρίσω | να έχεις εκνευρίσει / να εκνευρίζεις / να εκνευρίσεις | να έχει εκνευρίσει / να εκνευρίζει / να εκνευρίσει | να έχουμε εκνευρίσει / να εκνευρίζουμε / να εκνευρίσουμε | να εκνευρίζετε / να εκνευρίσετε | να εκνευρίζουν / να εκνευρίζουνε / να εκνευρίσουν / να εκνευρίσουνε |
| Προστακτική | — | εκνεύριζε / εκνεύρισε | — | — | εκνευρίζετε / εκνευρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκνευρίστηκαεκνευρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →