νευριάζω
•
- μεταβατικόπροκαλώ εκνευρισμό σε κάποιον Βικιλεξικό
- Η κόρη του αντιδρά σε ό,τι τής λέει και τον νευριάζει!
- αμετάβατοπροκαλείται εκνευρισμός σε μένα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
νευριάζω < νεύρο + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | νευριάζω | νευριάζεις | νευριάζει | νευριάζουμε | νευριάζετε | νευριάζουν / νευριάζουνε |
| Παρατατικός | νευρίαζα | νευρίαζες | νευρίαζε | νευριάζαμε | νευριάζατε | νευρίαζαν / νευριάζαν / νευριάζανε |
| Αόριστος | νευρίασα | νευρίασες | νευρίασε | νευριάσαμε | νευριάσατε | νευρίασαν / νευριάσαν / νευριάσανε |
| Μέλλοντας | θα νευριάζω / θα νευριάσω | θα νευριάζεις / θα νευριάσεις | θα νευριάζει / θα νευριάσει | θα νευριάζουμε / θα νευριάσουμε | θα νευριάζετε / θα νευριάσετε | θα νευριάζουν / θα νευριάζουνε / θα νευριάσουν / θα νευριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω νευριάσει | έχεις νευριάσει | έχει νευριάσει | έχουμε νευριάσει | έχετε νευριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα νευριάσει | είχες νευριάσει | είχε νευριάσει | είχαμε νευριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω νευριάσει / να νευριάζω / να νευριάσω | να έχεις νευριάσει / να νευριάζεις / να νευριάσεις | να έχει νευριάσει / να νευριάζει / να νευριάσει | να έχουμε νευριάσει / να νευριάζουμε / να νευριάσουμε | να έχετε νευριάσει / να νευριάζετε / να νευριάσετε | να νευριάζουν / να νευριάζουνε / να νευριάσουν / να νευριάσουνε |
| Προστακτική | — | νευρίαζε / νευρίασε | — | — | νευριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
νευριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →