εκπαιδευτήριο
•
- κτήριο ή οίκημα στο οποίο λειτουργεί κάποια σχολή, σχολείο ή εκπαιδευτικό ίδρυμα Βικιλεξικό
- Εκείνο το βράδυ .... συνάντησα τον παλιό συμμαθητή μου από το Αρέθειο εκπαιδευτήριο στην Πάτρα, επίσκοπο Αλέξιο. (Νίκανδρος Μπούρας, Έλληνες στο Λονδίνο, εκδ. Ακακία, 2014)
- Στην εξαγορά του εκπαιδευτηρίου Ελληνογερμανική Αγωγή προχωρά ξένο fund, το οποίο έχει σημαντικές επενδύσεις στον χώρο της εκπαίδευσης. (Αλλάζει χέρια το εκπαιδευτήριο Ελληνογερμανική Αγωγή, capital.gr, 28/3/2025 https://www.capital.gr/epixeiriseis/3909423/allazei-xeria-to-ekpaideutirio-ellinogermaniki-agogi/)
Ετυμολογία
εκπαιδευτήριο < εκπαιδεύω + -τήριο < αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω < παιδεύω < παῖς < πρωτοελληνική *pā́wits < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *péh₂wids < *peh₂u-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκπαιδευτήριο | εκπαιδευτήρια |
| Γενική | εκπαιδευτήριου / εκπαιδευτηρίου | εκπαιδευτηρίων |
| Αιτιατική | εκπαιδευτήριο | εκπαιδευτήρια |
| Κλητική | εκπαιδευτήριο | εκπαιδευτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →