εκπαιδεύω
•
- διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες Βικιλεξικό
- μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες Βικιλεξικό
- παθητική φωνή«εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω Βικιλεξικό
- εκπαιδεύομαι ως οδηγός, ως μελλοντικός επαγγελματίας, ως μητέρα, ως μαγείρισσα, ως γονιός, ως στρατιώτης
Ετυμολογία
εκπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éduquer. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + παιδεύω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπαιδεύω | εκπαιδεύεις | εκπαιδεύει | εκπαιδεύουμε | εκπαιδεύετε | εκπαιδεύουν / εκπαιδεύουνε |
| Παρατατικός | εκπαίδευα | εκπαίδευες | εκπαίδευε | εκπαιδεύαμε | εκπαιδεύατε | εκπαίδευαν / εκπαιδεύαν / εκπαιδεύανε |
| Αόριστος | εκπαίδευσα | εκπαίδευσες | εκπαίδευσε | εκπαιδεύσαμε | εκπαιδεύσατε | εκπαίδευσαν / εκπαιδεύσαν / εκπαιδεύσανε |
| Μέλλοντας | θα εκπαιδεύσω / θα εκπαιδεύω | θα εκπαιδεύεις / θα εκπαιδεύσεις | θα εκπαιδευτεί / θα εκπαιδεύει / θα εκπαιδεύσει | θα εκπαιδεύουμε / θα εκπαιδεύσουμε | θα εκπαιδεύετε / θα εκπαιδεύσετε | θα εκπαιδεύουν / θα εκπαιδεύουνε / θα εκπαιδεύσουν / θα εκπαιδεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπαιδεύσει | έχεις εκπαιδεύσει | έχει εκπαιδεύσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπαιδεύσει | είχες εκπαιδεύσει | είχε εκπαιδεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπαιδεύσει / να εκπαιδεύσω / να εκπαιδεύω | να έχεις εκπαιδεύσει / να εκπαιδεύεις / να εκπαιδεύσεις | να έχει εκπαιδεύσει / να εκπαιδευτεί / να εκπαιδεύει / να εκπαιδεύσει | να εκπαιδεύουμε / να εκπαιδεύσουμε | να εκπαιδεύετε / να εκπαιδεύσετε | να εκπαιδεύουν / να εκπαιδεύουνε / να εκπαιδεύσουν / να εκπαιδεύσουνε |
| Προστακτική | — | εκπαίδευε / εκπαίδευσε | — | — | εκπαιδεύετε / εκπαιδεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκπαιδεύτηκαεκπαιδεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →