Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκπαιδεύω

/ek.peˈðe.vo/ρήμα
•
  1. διδάσκω με συστηματικό τρόπο κάποιον με σκοπό αυτός να αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες Βικιλεξικό
  2. μαθαίνω σε ένα ζώο να εκτελεί συγκεκριμένες ενέργειες Βικιλεξικό
  3. παθητική φωνή«εκπαιδεύομαι» μαθαίνω κάτι σχετικά συγκεκριμένο, αποκτώ γνώσεις αναγκαίες για κάτι που θα χρειαστεί να εφαρμόσω Βικιλεξικό
    • εκπαιδεύομαι ως οδηγός, ως μελλοντικός επαγγελματίας, ως μητέρα, ως μαγείρισσα, ως γονιός, ως στρατιώτης

Ετυμολογία

εκπαιδεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκπαιδεύω και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική éduquer. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + παιδεύω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκπαιδεύωεκπαιδεύειςεκπαιδεύειεκπαιδεύουμεεκπαιδεύετεεκπαιδεύουν / εκπαιδεύουνε
Παρατατικόςεκπαίδευαεκπαίδευεςεκπαίδευεεκπαιδεύαμεεκπαιδεύατεεκπαίδευαν / εκπαιδεύαν / εκπαιδεύανε
Αόριστοςεκπαίδευσαεκπαίδευσεςεκπαίδευσεεκπαιδεύσαμεεκπαιδεύσατεεκπαίδευσαν / εκπαιδεύσαν / εκπαιδεύσανε
Μέλλονταςθα εκπαιδεύσω / θα εκπαιδεύωθα εκπαιδεύεις / θα εκπαιδεύσειςθα εκπαιδευτεί / θα εκπαιδεύει / θα εκπαιδεύσειθα εκπαιδεύουμε / θα εκπαιδεύσουμεθα εκπαιδεύετε / θα εκπαιδεύσετεθα εκπαιδεύουν / θα εκπαιδεύουνε / θα εκπαιδεύσουν / θα εκπαιδεύσουνε
Παρακείμενοςέχω εκπαιδεύσειέχεις εκπαιδεύσειέχει εκπαιδεύσει———
Υπερσυντέλικοςείχα εκπαιδεύσειείχες εκπαιδεύσειείχε εκπαιδεύσει———
Υποτακτικήνα έχω εκπαιδεύσει / να εκπαιδεύσω / να εκπαιδεύωνα έχεις εκπαιδεύσει / να εκπαιδεύεις / να εκπαιδεύσειςνα έχει εκπαιδεύσει / να εκπαιδευτεί / να εκπαιδεύει / να εκπαιδεύσεινα εκπαιδεύουμε / να εκπαιδεύσουμενα εκπαιδεύετε / να εκπαιδεύσετενα εκπαιδεύουν / να εκπαιδεύουνε / να εκπαιδεύσουν / να εκπαιδεύσουνε
Προστακτική—εκπαίδευε / εκπαίδευσε——εκπαιδεύετε / εκπαιδεύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εκπαιδεύτηκαεκπαιδεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →