εκπαραθυρώνω
•
- κυριολεκτικάρίχνω κάποιον απ' το παράθυρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιώχνω, αποπέμπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπαραθυρώνω < (αναδρομικός σχηματισμός) εκπαραθύρ(ωση) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπαραθυρώνω | εκπαραθυρώνεις | εκπαραθυρώνει | εκπαραθυρώνουμε | εκπαραθυρώνετε | εκπαραθυρώνουν / εκπαραθυρώνουνε |
| Παρατατικός | εκπαραθύρωνα | εκπαραθύρωνες | εκπαραθύρωνε | εκπαραθυρώναμε | εκπαραθυρώνατε | εκπαραθυρώναν / εκπαραθυρώνανε / εκπαραθύρωναν |
| Αόριστος | εκπαραθύρωσα | εκπαραθύρωσες | εκπαραθύρωσε | εκπαραθυρώσαμε | εκπαραθυρώσατε | εκπαραθυρώσαν / εκπαραθυρώσανε / εκπαραθύρωσαν |
| Μέλλοντας | θα εκπαραθυρώνω / θα εκπαραθυρώσω | θα εκπαραθυρώνεις / θα εκπαραθυρώσεις | θα εκπαραθυρώνει / θα εκπαραθυρώσει | θα εκπαραθυρώνουμε / θα εκπαραθυρώσουμε | θα εκπαραθυρώνετε / θα εκπαραθυρώσετε | θα εκπαραθυρώνουν / θα εκπαραθυρώνουνε / θα εκπαραθυρώσουν / θα εκπαραθυρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπαραθυρώσει | έχεις εκπαραθυρώσει | έχει εκπαραθυρώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπαραθυρώσει | είχες εκπαραθυρώσει | είχε εκπαραθυρώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπαραθυρώσει / να εκπαραθυρώνω / να εκπαραθυρώσω | να έχεις εκπαραθυρώσει / να εκπαραθυρώνεις / να εκπαραθυρώσεις | να έχει εκπαραθυρώσει / να εκπαραθυρώνει / να εκπαραθυρώσει | να εκπαραθυρώνουμε / να εκπαραθυρώσουμε | να εκπαραθυρώνετε / να εκπαραθυρώσετε | να εκπαραθυρώνουν / να εκπαραθυρώνουνε / να εκπαραθυρώσουν / να εκπαραθυρώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εκπαραθυρωμένο / εκπαραθύρωνε / εκπαραθύρωσε | — | — | εκπαραθυρώνετε / εκπαραθυρώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκπαραθυρώθηκαεκπαραθυρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →