εκπαραθύρωση
•
- αυτό που πράττουμε όταν πετάμε κάποιον από το παράθυρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάη βίαιη αποπομπή κάποιου από αξίωμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπαραθύρωση < καθαρεύουσα ἐκπαραθύρω(σις) + -ση < εκ- + παράθυρ(ον) + -ωσις (-ωση), μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική défenestration
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκπαραθύρωση | εκπαραθυρώσεις |
| Γενική | εκπαραθύρωσης | εκπαραθυρώσεων |
| Αιτιατική | εκπαραθύρωση | εκπαραθυρώσεις |
| Κλητική | εκπαραθύρωση | εκπαραθυρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →