εκπαρθενεύω
•
- σπάνιοδιακορεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπαρθενεύω < ελληνιστική κοινή ἐκπαρθενεύω < αρχαία ελληνική παρθένος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπαρθενεύω | εκπαρθενεύεις | εκπαρθενεύει | εκπαρθενεύουμε | εκπαρθενεύετε | εκπαρθενεύουν / εκπαρθενεύουνε |
| Παρατατικός | εκπαρθένευα | εκπαρθένευες | εκπαρθένευε | εκπαρθενεύαμε | εκπαρθενεύατε | εκπαρθένευαν / εκπαρθενεύαν / εκπαρθενεύανε |
| Αόριστος | εκπαρθένευσα | εκπαρθένευσες | εκπαρθένευσε | εκπαρθενεύσαμε | εκπαρθενεύσατε | εκπαρθένευσαν / εκπαρθενεύσαν / εκπαρθενεύσανε |
| Μέλλοντας | θα εκπαρθενεύσω / θα εκπαρθενεύω | θα εκπαρθενεύεις / θα εκπαρθενεύσεις | θα εκπαρθενεύει / θα εκπαρθενεύσει | θα εκπαρθενεύουμε / θα εκπαρθενεύσουμε | θα εκπαρθενεύετε / θα εκπαρθενεύσετε | θα εκπαρθενεύουν / θα εκπαρθενεύουνε / θα εκπαρθενεύσουν / θα εκπαρθενεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπαρθενεύσει | έχεις εκπαρθενεύσει | έχει εκπαρθενεύσει | έχουμε εκπαρθενεύσει | έχετε εκπαρθενεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπαρθενεύσει | είχες εκπαρθενεύσει | είχε εκπαρθενεύσει | είχαμε εκπαρθενεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπαρθενεύσει / να εκπαρθενεύσω / να εκπαρθενεύω | να έχεις εκπαρθενεύσει / να εκπαρθενεύεις / να εκπαρθενεύσεις | να έχει εκπαρθενεύσει / να εκπαρθενεύει / να εκπαρθενεύσει | να έχουμε εκπαρθενεύσει / να εκπαρθενεύουμε / να εκπαρθενεύσουμε | να έχετε εκπαρθενεύσει / να εκπαρθενεύετε / να εκπαρθενεύσετε | να εκπαρθενεύουν / να εκπαρθενεύουνε / να εκπαρθενεύσουν / να εκπαρθενεύσουνε |
| Προστακτική | — | εκπαρθένευε / εκπαρθένευσε | — | — | εκπαρθενεύετε / εκπαρθενεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →