διακορεύω
•
- προκαλώ τη ρήξη του παρθενικού υμένα, κατά τη διάρκεια της συνουσίας ή με άλλους τρόπους, και κάνω μια γυναίκα να χάσει την παρθενιά της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
διακορεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική διακορεύω < δια-+ κόρη + -εύω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | διακορεύω | διακορεύεις | διακορεύει | διακορεύουμε | διακορεύετε | διακορεύουν / διακορεύουνε |
| Παρατατικός | διακόρευα | διακόρευες | διακόρευε | διακορεύαμε | διακορεύατε | διακορεύαν / διακορεύανε / διακόρευαν |
| Αόριστος | διακόρευσα | διακόρευσες | διακόρευσε | διακορεύσαμε | διακορεύσατε | διακορεύσαν / διακορεύσανε / διακόρευσαν |
| Μέλλοντας | θα διακορεύσω / θα διακορεύω | θα διακορεύεις / θα διακορεύσεις | θα διακορεύει / θα διακορεύσει | θα διακορεύουμε / θα διακορεύσουμε | θα διακορεύετε / θα διακορεύσετε | θα διακορεύουν / θα διακορεύουνε / θα διακορεύσουν / θα διακορεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω διακορεύσει | έχεις διακορεύσει | έχει διακορεύσει | έχουμε διακορεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα διακορεύσει | είχες διακορεύσει | είχε διακορεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω διακορεύσει / να διακορεύσω / να διακορεύω | να έχεις διακορεύσει / να διακορεύεις / να διακορεύσεις | να έχει διακορεύσει / να διακορεύει / να διακορεύσει | να έχουμε διακορεύσει / να διακορεύουμε / να διακορεύσουμε | να διακορεύετε / να διακορεύσετε | να διακορεύουν / να διακορεύουνε / να διακορεύσουν / να διακορεύσουνε |
| Προστακτική | — | διακόρευε / διακόρευσε | — | — | διακορεύετε / διακορεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
διακορεύτηκαδιακορεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →