Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκπλειστηριάζω

ρήμα
•
  1. βγάζω κάτι σε πλειστηριασμό για να το πουλήσω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκπλειστηριάζω < εκ- + πλειστηριάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκπλειστηριάζωεκπλειστηριάζειςεκπλειστηριάζειεκπλειστηριάζουμεεκπλειστηριάζετεεκπλειστηριάζουν / εκπλειστηριάζουνε
Παρατατικόςεκπλειστηρίαζαεκπλειστηρίαζεςεκπλειστηρίαζεεκπλειστηριάζαμεεκπλειστηριάζατεεκπλειστηρίαζαν / εκπλειστηριάζαν / εκπλειστηριάζανε
Αόριστοςεκπλειστηρίασαεκπλειστηρίασεςεκπλειστηρίασεεκπλειστηριάσαμεεκπλειστηριάσατεεκπλειστηρίασαν / εκπλειστηριάσαν / εκπλειστηριάσανε
Μέλλονταςθα εκπλειστηριάζω / θα εκπλειστηριάσωθα εκπλειστηριάζεις / θα εκπλειστηριάσειςθα εκπλειστηριάζει / θα εκπλειστηριάσειθα εκπλειστηριάζουμε / θα εκπλειστηριάσουμεθα εκπλειστηριάζετε / θα εκπλειστηριάσετεθα εκπλειστηριάζουν / θα εκπλειστηριάζουνε / θα εκπλειστηριάσουν / θα εκπλειστηριάσουνε
Παρακείμενοςέχω εκπλειστηριάσειέχεις εκπλειστηριάσειέχει εκπλειστηριάσειέχουμε εκπλειστηριάσειέχετε εκπλειστηριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εκπλειστηριάσειείχες εκπλειστηριάσειείχε εκπλειστηριάσειείχαμε εκπλειστηριάσει——
Υποτακτικήνα έχω εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζω / να εκπλειστηριάσωνα έχεις εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζεις / να εκπλειστηριάσειςνα έχει εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζει / να εκπλειστηριάσεινα έχουμε εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζουμε / να εκπλειστηριάσουμενα έχετε εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζετε / να εκπλειστηριάσετενα εκπλειστηριάζουν / να εκπλειστηριάζουνε / να εκπλειστηριάσουν / να εκπλειστηριάσουνε
Προστακτική—εκπλειστηρίαζε / εκπλειστηρίασε——εκπλειστηριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εκπλειστηριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →