εκπλειστηριάζω
•
- βγάζω κάτι σε πλειστηριασμό για να το πουλήσω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπλειστηριάζω < εκ- + πλειστηριάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπλειστηριάζω | εκπλειστηριάζεις | εκπλειστηριάζει | εκπλειστηριάζουμε | εκπλειστηριάζετε | εκπλειστηριάζουν / εκπλειστηριάζουνε |
| Παρατατικός | εκπλειστηρίαζα | εκπλειστηρίαζες | εκπλειστηρίαζε | εκπλειστηριάζαμε | εκπλειστηριάζατε | εκπλειστηρίαζαν / εκπλειστηριάζαν / εκπλειστηριάζανε |
| Αόριστος | εκπλειστηρίασα | εκπλειστηρίασες | εκπλειστηρίασε | εκπλειστηριάσαμε | εκπλειστηριάσατε | εκπλειστηρίασαν / εκπλειστηριάσαν / εκπλειστηριάσανε |
| Μέλλοντας | θα εκπλειστηριάζω / θα εκπλειστηριάσω | θα εκπλειστηριάζεις / θα εκπλειστηριάσεις | θα εκπλειστηριάζει / θα εκπλειστηριάσει | θα εκπλειστηριάζουμε / θα εκπλειστηριάσουμε | θα εκπλειστηριάζετε / θα εκπλειστηριάσετε | θα εκπλειστηριάζουν / θα εκπλειστηριάζουνε / θα εκπλειστηριάσουν / θα εκπλειστηριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπλειστηριάσει | έχεις εκπλειστηριάσει | έχει εκπλειστηριάσει | έχουμε εκπλειστηριάσει | έχετε εκπλειστηριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπλειστηριάσει | είχες εκπλειστηριάσει | είχε εκπλειστηριάσει | είχαμε εκπλειστηριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζω / να εκπλειστηριάσω | να έχεις εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζεις / να εκπλειστηριάσεις | να έχει εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζει / να εκπλειστηριάσει | να έχουμε εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζουμε / να εκπλειστηριάσουμε | να έχετε εκπλειστηριάσει / να εκπλειστηριάζετε / να εκπλειστηριάσετε | να εκπλειστηριάζουν / να εκπλειστηριάζουνε / να εκπλειστηριάσουν / να εκπλειστηριάσουνε |
| Προστακτική | — | εκπλειστηρίαζε / εκπλειστηρίασε | — | — | εκπλειστηριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκπλειστηριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →