εκπνέω
•
- μεταβατικόβγάζω έξω από τα αναπνευστικά μου όργανα (τους πνεύμονες) αέρα ή αέριο που έχω εισπνεύσει Βικιλεξικό
- εισπνέομε οξυγόνο και εκπνέομε διοξείδιο του άνθρακα
- (αμετάβατο) βγάζω έξω από τα αναπνευστικά μου όργανα (τους πνεύμονες) αέρα που έχω εισπνεύσει
- μεταφορικάξεψυχώ, πεθαίνω, αφήνω την τελευταία πνοή (Χρησιμοποιείται κυρίως για πρόσωπα και σε συντελεσμένο χρόνο) Βικιλεξικό
- ο τραυματίας εξέπνευσε τις πρώτες πρωινές ώρες
- κατ’ επέκτασητελειώνω, λήγω Βικιλεξικό
- λίγο πριν πριν εκπνεύσει η προθεσμία
Ετυμολογία
* εκπνέω < αρχαία ελληνική ἐκπνέω < ἐκ + πνέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pnew- (πνέω, αναπνέω) (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική expirer)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →