εκπορθώ
•
- κυριολεκτικάκυριεύω κάποιο οχυρωμένο μέρος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκατακτώ, κάνω δικό μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπορθώ < αρχαία ελληνική ἐκπορθέω / ἐκπορθῶ < ἐκ + πορθέω / πορθῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπορθώ | εκπορθείς | εκπορθεί | εκπορθούμε | εκπορθείτε | εκπορθούν / εκπορθούνε |
| Παρατατικός | εκπορθούσα | εκπορθούσες | εκπορθούσε | εκπορθούσαμε | εκπορθούσατε | εκπορθούσαν / εκπορθούσανε |
| Αόριστος | εκπόρθησα | εκπόρθησες | εκπόρθησε | εκπορθήσαμε | εκπορθήσατε | εκπορθήσαν / εκπορθήσανε / εκπόρθησαν |
| Μέλλοντας | θα εκπορθήσω / θα εκπορθώ | θα εκπορθήσεις / θα εκπορθείς | θα εκπορθήσει / θα εκπορθεί | θα εκπορθήσουμε / θα εκπορθούμε | θα εκπορθήσετε / θα εκπορθείτε | θα εκπορθήσουν / θα εκπορθήσουνε / θα εκπορθούν / θα εκπορθούνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπορθήσει | έχεις εκπορθήσει | έχει εκπορθήσει | έχουμε εκπορθήσει | έχετε εκπορθήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπορθήσει | είχες εκπορθήσει | είχε εκπορθήσει | είχαμε εκπορθήσει | είχατε εκπορθήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπορθήσει / να εκπορθήσω / να εκπορθώ | να έχεις εκπορθήσει / να εκπορθήσεις / να εκπορθείς | να έχει εκπορθήσει / να εκπορθήσει / να εκπορθεί | να έχουμε εκπορθήσει / να εκπορθήσουμε / να εκπορθούμε | να έχετε εκπορθήσει / να εκπορθήσετε / να εκπορθείτε | να εκπορθήσουν / να εκπορθήσουνε / να εκπορθούν / να εκπορθούνε |
| Προστακτική | — | εκπόρθησε | — | — | εκπορθήστε / εκπορθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →