εκπορνεύω
•
- προωθώ κάποιον ή κάποια στην πορνεία Βικιλεξικό
- μεταφορικάμειώνω ηθικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκπορνεύω < (ελληνιστική κοινή) < ἐκ + αρχαία ελληνική πορνεύω < πόρνη < πέρνημι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *per- (διαπερνώ, διασχίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκπορνεύω | εκπορνεύεις | εκπορνεύει | εκπορνεύουμε | εκπορνεύετε | εκπορνεύουν / εκπορνεύουνε |
| Παρατατικός | εκπόρνευα | εκπόρνευες | εκπόρνευε | εκπορνεύαμε | εκπορνεύατε | εκπορνεύαν / εκπορνεύανε / εκπόρνευαν |
| Αόριστος | εκπόρνευσα | εκπόρνευσες | εκπόρνευσε | εκπορνεύσαμε | εκπορνεύσατε | εκπορνεύσαν / εκπορνεύσανε / εκπόρνευσαν |
| Μέλλοντας | θα εκπορνεύσω / θα εκπορνεύω | θα εκπορνεύεις / θα εκπορνεύσεις | θα εκπορνεύει / θα εκπορνεύσει | θα εκπορνεύουμε / θα εκπορνεύσουμε | θα εκπορνεύετε / θα εκπορνεύσετε | θα εκπορνεύουν / θα εκπορνεύουνε / θα εκπορνεύσουν / θα εκπορνεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκπορνεύσει | έχεις εκπορνεύσει | έχει εκπορνεύσει | έχουμε εκπορνεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκπορνεύσει | είχες εκπορνεύσει | είχε εκπορνεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκπορνεύσει / να εκπορνεύσω / να εκπορνεύω | να έχεις εκπορνεύσει / να εκπορνεύεις / να εκπορνεύσεις | να έχει εκπορνεύσει / να εκπορνεύει / να εκπορνεύσει | να έχουμε εκπορνεύσει / να εκπορνεύουμε / να εκπορνεύσουμε | να εκπορνεύετε / να εκπορνεύσετε | να εκπορνεύουν / να εκπορνεύουνε / να εκπορνεύσουν / να εκπορνεύσουνε |
| Προστακτική | — | εκπόρνευε / εκπόρνευσε | — | — | εκπορνεύετε / εκπορνεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκπορνεύτηκαεκπορνεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →