πόρνη
•
- επάγγελμαη γυναίκα που προσφέρει σεξουαλικές υπηρεσίες έναντι χρηματικής αμοιβής Βικιλεξικό
- Για την πόρνη η συνουσία δεν είναι ερωτικός στόχος, παρά μέσον επιβιώσεως-επάγγελμα. Η ψυχή της πόρνης δεν ευφραίνεται εκ της συνουσίας. Η πόρνη (πρέπει να) υποδύεται ότι μετέχει στην συνουσία.
- υβριστικόπροσβλητικός χαρακτηρισμός για ανήθικη γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
πόρνη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πόρνη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | πόρνη | πόρνες |
| Γενική | πόρνης | πορνών |
| Αιτιατική | πόρνη | πόρνες |
| Κλητική | πόρνη | πόρνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →