εκρήγνυμαι
•
- λόγιοπαθαίνω έκρηξη, σκάω, συνήθως με δυνατό ήχο Βικιλεξικό
- μεταφορικάγίνομαι με δύναμη ή βίαιο τρόπο, ξεσπάω Βικιλεξικό
- μεταφορικάξεσπάω, εκδηλώνομαι με δύναμη, βία, θυμό κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκρήγνυμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκρήγνυμαι, παθητική φωνή του ρήματος ἐκρήγνυμι (θραύω σε κομμάτια) < ἐκ- + ῥήγνυμι
Άλλοι τύποι
εκραγώεκρηγνυόμουνεξερράγην
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →