Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκσκαπτικός

/ek.ska.ptiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εκσκαφή ή συμβάλλει σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκσκαπτικός < εκσκάπτ(ω) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκσκαπτικόςεκσκαπτικήεκσκαπτικό
Γενικήεκσκαπτικούεκσκαπτικήςεκσκαπτικού
Αιτιατικήεκσκαπτικόεκσκαπτικήεκσκαπτικό
Κλητικήεκσκαπτικέεκσκαπτικήεκσκαπτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκσκαπτικοίεκσκαπτικέςεκσκαπτικά
Γενικήεκσκαπτικώνεκσκαπτικώνεκσκαπτικών
Αιτιατικήεκσκαπτικούςεκσκαπτικέςεκσκαπτικά
Κλητικήεκσκαπτικοίεκσκαπτικέςεκσκαπτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →