εκτίμηση
•
- ο υπολογισμός αξίας ή τιμής ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- ο σεβασμός, η απόδοση σεβασμού σε πρόσωπο Βικιλεξικό
- η υποκειμενική αξιολόγηση Βικιλεξικό
- Για την έκδοση της απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων πρέπει να τηρείται: δα) η διαδικασία της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του προτεινόμενου έργου ή δραστηριότητας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις ... (Νόμος 1650 της 15/16.10.86. Για την προστασία του περιβάλλοντος.- (Α' 160).)
Ετυμολογία
εκτίμηση < ελληνιστική κοινή ἐκτίμησις < αρχαία ελληνική ἐκτιμάω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτίμηση | εκτιμήσεις |
| Γενική | εκτίμησης | εκτιμήσεων |
| Αιτιατική | εκτίμηση | εκτιμήσεις |
| Κλητική | εκτίμηση | εκτιμήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →