εκτιμώ
•
- κάνω μια εκτίμηση, έναν υπολογισμό για την αξία (ή την έκταση, το μέγεθος κ.λπ.) κάποιων πραγμάτων Βικιλεξικό
- εκτιμώ την αξία της περιουσίας
- Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
- έχω θετική γνώμη για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- Αγαπητέ μου, εξετίμησα την προσπάθειά σας, αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι δεν είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα.
- για τη σημασία έχω θετική γνώμη για κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτιμώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκτιμῶ, συνηρημένος τύπος του ἐκτιμάω < ἐκ- + τιμάω / τιμῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷi-mā- < *kʷei- (τιμή, αξία)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτιμάω / εκτιμώ / εκτιμώμαι | εκτιμάς | εκτιμά / εκτιμάει | εκτιμάμε / εκτιμούμε | εκτιμάτε | εκτιμάν / εκτιμάνε / εκτιμούν / εκτιμούνε |
| Παρατατικός | εκτίμαγα / εκτιμούσα | εκτίμαγες / εκτιμούσες | εκτίμαγε / εκτιμούσε | εκτιμάγαμε / εκτιμούσαμε | εκτιμάγατε / εκτιμούσατε | εκτίμαγαν / εκτιμάγανε / εκτιμούσαν / εκτιμούσανε |
| Αόριστος | εκτίμησα | εκτίμησες | εκτίμησε | εκτιμήσαμε | εκτιμήσατε | — |
| Μέλλοντας | θα εκτιμάω / θα εκτιμήσω / θα εκτιμώ / θα εκτιμώμαι | θα εκτιμάς / θα εκτιμήσεις | θα εκτιμά / θα εκτιμάει / θα εκτιμήσει | θα εκτιμάμε / θα εκτιμήσουμε / θα εκτιμούμε | θα εκτιμάτε / θα εκτιμήσετε | θα εκτιμάν / θα εκτιμάνε / θα εκτιμούν / θα εκτιμούνε |
| Υποτακτική | να εκτιμάω / να εκτιμήσω / να εκτιμώ / να εκτιμώμαι | να εκτιμάς / να εκτιμήσεις | να εκτιμά / να εκτιμάει / να εκτιμήσει | να εκτιμάμε / να εκτιμήσουμε / να εκτιμούμε | να εκτιμάτε / να εκτιμήσετε | να εκτιμάν / να εκτιμάνε / να εκτιμούν / να εκτιμούνε |
| Προστακτική | — | εκτίμα / εκτίμαγε / εκτίμησε | — | — | εκτιμάτε / εκτιμήστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκτιμήθηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →