Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτατός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μπορεί να εκταθεί προς μία ή περισσότερες διαστάσεις του χώρου Βικιλεξικό
    • τα αέρια είναι σώματα εκτατά
    • για τη μηχανή αυτή χρησιμοποιούμε έναν μη εκτατό ιμάντα (δηλαδή όχι από λάστιχο ή άλλο παρόμοιο υλικό)

Ετυμολογία

εκτατός < αρχαία ελληνική ἐκτατός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτατόςεκτατήεκτατό
Γενικήεκτατούεκτατήςεκτατού
Αιτιατικήεκτατόεκτατήεκτατό
Κλητικήεκτατέεκτατήεκτατό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτατοίεκτατέςεκτατά
Γενικήεκτατώνεκτατώνεκτατών
Αιτιατικήεκτατούςεκτατέςεκτατά
Κλητικήεκτατοίεκτατέςεκτατά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →