Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτελεστήριος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου σχετίζεται με την εκτέλεση μιας πράξης ή απόφασης ή την καθιστά δυνατή Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςπου προσδίδει σε έγγραφο ή δικαίωμα τη δυνατότητα αναγκαστικής εφαρμογής Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτελεστήριος < εκτελεστής + -τήριος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτελεστήριοςεκτελεστήριαεκτελεστήριο
Γενικήεκτελεστήριουεκτελεστήριαςεκτελεστήριου
Αιτιατικήεκτελεστήριοεκτελεστήριαεκτελεστήριο
Κλητικήεκτελεστήριεεκτελεστήριαεκτελεστήριο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτελεστήριοιεκτελεστήριεςεκτελεστήρια
Γενικήεκτελεστήριωνεκτελεστήριωνεκτελεστήριων
Αιτιατικήεκτελεστήριουςεκτελεστήριεςεκτελεστήρια
Κλητικήεκτελεστήριοιεκτελεστήριεςεκτελεστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →