εκτελεστήριος
•
- νομικός όροςπου σχετίζεται με την εκτέλεση μιας πράξης ή απόφασης ή την καθιστά δυνατή Βικιλεξικό
- νομικός όροςπου προσδίδει σε έγγραφο ή δικαίωμα τη δυνατότητα αναγκαστικής εφαρμογής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτελεστήριος < εκτελεστής + -τήριος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτελεστήριος | εκτελεστήρια | εκτελεστήριο |
| Γενική | εκτελεστήριου | εκτελεστήριας | εκτελεστήριου |
| Αιτιατική | εκτελεστήριο | εκτελεστήρια | εκτελεστήριο |
| Κλητική | εκτελεστήριε | εκτελεστήρια | εκτελεστήριο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτελεστήριοι | εκτελεστήριες | εκτελεστήρια |
| Γενική | εκτελεστήριων | εκτελεστήριων | εκτελεστήριων |
| Αιτιατική | εκτελεστήριους | εκτελεστήριες | εκτελεστήρια |
| Κλητική | εκτελεστήριοι | εκτελεστήριες | εκτελεστήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →