Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐκτελῶ

ρήμα
•
  1. εκτελώ, φέρω εις πέρας Βικιλεξικό
    • Σκληρότης εἶναι τὸ νὰ βασανίζωνται τὰ ζῷα, ἄνευ ἀνάγκης, καὶ δημοσίᾳ μάλιστα, ἀδιαφορούσης τῆς ἐξουσίας, ἀπὸ ἀγωγιάτες, καροτσέρηδες, ζῳεμπόρους καὶ ἄλλους. Ἡ δὲ σφαγή πρέπει νὰ ἐκτελῆται μὲ πᾶσαν τὴν πρέπουσαν εὐσπλαγχνίαν, τὴν ἠπιότητα καὶ λογικότητα. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κατὰ τὸ πρέπον ζῆν. Ἡ ἀληθὴς ὑγίεια, Άπαντα, τόμος 5ος, 1907)

Ετυμολογία

ἐκτελῶ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκτελέω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

εκτελώ

/e.kteˈlo/ρήμα
•
  1. επιτελώ, πραγματοποιώ Βικιλεξικό
    • 1909 ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Γιὰ τὴν πατρίδα, Κεφάλαιον Ε΄
  2. θανατώνω κάποιον καταδικασμένο σε θάνατο Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήθέτω πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε κατάσταση λειτουργίας Βικιλεξικό
  4. μουσικήπαίζω ένα έργο, μία σύνθεση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτελώ < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐκτελῶ < αρχαία ελληνική ἐκτελέω, -ῶ (φέρνω σε πέρας), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exécuter. Η σημασία 3 «θέτω πρόγραμμα υπολογιστή σε λειτουργία» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική run. Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + τελώ.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκτελώεκτελείςεκτελείεκτελούμεεκτελείτεεκτελούν / εκτελούνε
Παρατατικόςεκτελούσαεκτελούσεςεκτελούσεεκτελούσαμεεκτελούσατεεκτελούσαν / εκτελούσανε
Αόριστοςεκτέλεσαεκτέλεσεςεκτέλεσεεκτελέσαμεεκτελέσατεεκτέλεσαν / εκτελέσαν / εκτελέσανε
Μέλλονταςθα εκτελέσω / θα εκτελώθα εκτελέσεις / θα εκτελείςθα εκτελέσει / θα εκτελείθα εκτελέσουμε / θα εκτελούμεθα εκτελέσετε / θα εκτελείτεθα εκτελέσουν / θα εκτελέσουνε / θα εκτελούν / θα εκτελούνε
Παρακείμενοςέχω εκτελέσειέχεις εκτελέσειέχει εκτελέσειέχουμε εκτελέσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εκτελέσειείχες εκτελέσειείχε εκτελέσει———
Υποτακτικήνα έχω εκτελέσει / να εκτελέσω / να εκτελώνα έχεις εκτελέσει / να εκτελέσεις / να εκτελείςνα έχει εκτελέσει / να εκτελέσει / να εκτελείνα έχουμε εκτελέσει / να εκτελέσουμε / να εκτελούμενα εκτελέσετε / να εκτελείτενα εκτελέσουν / να εκτελέσουνε / να εκτελούν / να εκτελούνε
Προστακτική—εκτέλει / εκτέλεσε——εκτελέστε / εκτελείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εκτελέστηκαεκτελούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →