εκτελωνιστής
•
- επάγγελμααυτός που (κατ’ επάγγελμα) εκτελωνίζει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτελωνιστής < εκτελωνίζω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτελωνιστής | εκτελωνιστές |
| Γενική | εκτελωνιστή | εκτελωνιστών |
| Αιτιατική | εκτελωνιστή | εκτελωνιστές |
| Κλητική | εκτελωνιστή | εκτελωνιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →