εκτελωνίζω
•
- βγάζω τα εισαγόμενα εμπορεύματα από το τελωνείο μετά από νόμιμες διατυπώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτελωνίζω < εκ- + τελωνίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dédouaner)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτελωνίζω | εκτελωνίζεις | εκτελωνίζει | εκτελωνίζουμε | εκτελωνίζετε | εκτελωνίζουν / εκτελωνίζουνε |
| Παρατατικός | εκτελώνιζα | εκτελώνιζες | εκτελώνιζε | εκτελωνίζαμε | εκτελωνίζατε | εκτελωνίζαν / εκτελωνίζανε / εκτελώνιζαν |
| Αόριστος | εκτελώνισα | εκτελώνισες | εκτελώνισε | εκτελωνίσαμε | εκτελωνίσατε | εκτελωνίσαν / εκτελωνίσανε / εκτελώνισαν |
| Μέλλοντας | θα εκτελωνίζω / θα εκτελωνίσω | θα εκτελωνίζεις / θα εκτελωνίσεις | θα εκτελωνίζει / θα εκτελωνίσει | θα εκτελωνίζουμε / θα εκτελωνίσουμε | θα εκτελωνίζετε / θα εκτελωνίσετε | θα εκτελωνίζουν / θα εκτελωνίζουνε / θα εκτελωνίσουν / θα εκτελωνίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτελωνίσει | έχεις εκτελωνίσει | έχει εκτελωνίσει | έχουμε εκτελωνίσει | έχετε εκτελωνίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτελωνίσει | είχες εκτελωνίσει | είχε εκτελωνίσει | είχαμε εκτελωνίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκτελωνίσει / να εκτελωνίζω / να εκτελωνίσω | να έχεις εκτελωνίσει / να εκτελωνίζεις / να εκτελωνίσεις | να έχει εκτελωνίσει / να εκτελωνίζει / να εκτελωνίσει | να έχουμε εκτελωνίσει / να εκτελωνίζουμε / να εκτελωνίσουμε | να έχετε εκτελωνίσει / να εκτελωνίζετε / να εκτελωνίσετε | να εκτελωνίζουν / να εκτελωνίζουνε / να εκτελωνίσουν / να εκτελωνίσουνε |
| Προστακτική | — | εκτελώνιζε / εκτελώνισε | — | — | εκτελωνίζετε / εκτελωνίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →