εκτελωνιστικός
•
- που έχει σχέση με τον εκτελωνισμό ή τον εκτελωνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτελωνιστικός < εκτελωνιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτελωνιστικός | εκτελωνιστική | εκτελωνιστικό |
| Γενική | εκτελωνιστικού | εκτελωνιστικής | εκτελωνιστικού |
| Αιτιατική | εκτελωνιστικό | εκτελωνιστική | εκτελωνιστικό |
| Κλητική | εκτελωνιστικέ | εκτελωνιστική | εκτελωνιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτελωνιστικοί | εκτελωνιστικές | εκτελωνιστικά |
| Γενική | εκτελωνιστικών | εκτελωνιστικών | εκτελωνιστικών |
| Αιτιατική | εκτελωνιστικούς | εκτελωνιστικές | εκτελωνιστικά |
| Κλητική | εκτελωνιστικοί | εκτελωνιστικές | εκτελωνιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →