Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτελωνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον εκτελωνισμό ή τον εκτελωνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτελωνιστικός < εκτελωνιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτελωνιστικόςεκτελωνιστικήεκτελωνιστικό
Γενικήεκτελωνιστικούεκτελωνιστικήςεκτελωνιστικού
Αιτιατικήεκτελωνιστικόεκτελωνιστικήεκτελωνιστικό
Κλητικήεκτελωνιστικέεκτελωνιστικήεκτελωνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτελωνιστικοίεκτελωνιστικέςεκτελωνιστικά
Γενικήεκτελωνιστικώνεκτελωνιστικώνεκτελωνιστικών
Αιτιατικήεκτελωνιστικούςεκτελωνιστικέςεκτελωνιστικά
Κλητικήεκτελωνιστικοίεκτελωνιστικέςεκτελωνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →