εκτελεστικός
•
- που έχει σχέση με εκτέλεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
- που εκτελεί ό,τι τού λένε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτελεστικός < εκτελώ + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτελεστικός | εκτελεστική | εκτελεστικό |
| Γενική | εκτελεστικού | εκτελεστικής | εκτελεστικού |
| Αιτιατική | εκτελεστικό | εκτελεστική | εκτελεστικό |
| Κλητική | εκτελεστικέ | εκτελεστική | εκτελεστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτελεστικοί | εκτελεστικές | εκτελεστικά |
| Γενική | εκτελεστικών | εκτελεστικών | εκτελεστικών |
| Αιτιατική | εκτελεστικούς | εκτελεστικές | εκτελεστικά |
| Κλητική | εκτελεστικοί | εκτελεστικές | εκτελεστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →