Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτελεστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εκτέλεση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. που εκτελεί ό,τι τού λένε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτελεστικός < εκτελώ + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτελεστικόςεκτελεστικήεκτελεστικό
Γενικήεκτελεστικούεκτελεστικήςεκτελεστικού
Αιτιατικήεκτελεστικόεκτελεστικήεκτελεστικό
Κλητικήεκτελεστικέεκτελεστικήεκτελεστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτελεστικοίεκτελεστικέςεκτελεστικά
Γενικήεκτελεστικώνεκτελεστικώνεκτελεστικών
Αιτιατικήεκτελεστικούςεκτελεστικέςεκτελεστικά
Κλητικήεκτελεστικοίεκτελεστικέςεκτελεστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →