Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτοκίζω

ρήμα
•
  1. οικονομίαδημιουργώ τόκο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτοκίζω < ελληνιστική κοινή ἐκτοκίζω < αρχαία ελληνική τόκος < τίκτω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκτοκίζωεκτοκίζειςεκτοκίζειεκτοκίζουμεεκτοκίζετεεκτοκίζουν / εκτοκίζουνε
Παρατατικόςεκτόκιζαεκτόκιζεςεκτόκιζεεκτοκίζαμεεκτοκίζατεεκτοκίζαν / εκτοκίζανε / εκτόκιζαν
Αόριστοςεκτόκισαεκτόκισεςεκτόκισεεκτοκίσαμεεκτοκίσατεεκτοκίσαν / εκτοκίσανε / εκτόκισαν
Μέλλονταςθα εκτοκίζω / θα εκτοκίσωθα εκτοκίζεις / θα εκτοκίσειςθα εκτοκίζει / θα εκτοκίσειθα εκτοκίζουμε / θα εκτοκίσουμεθα εκτοκίζετε / θα εκτοκίσετεθα εκτοκίζουν / θα εκτοκίζουνε / θα εκτοκίσουν / θα εκτοκίσουνε
Παρακείμενοςέχω εκτοκίσειέχεις εκτοκίσειέχει εκτοκίσειέχουμε εκτοκίσειέχετε εκτοκίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εκτοκίσειείχες εκτοκίσειείχε εκτοκίσειείχαμε εκτοκίσει——
Υποτακτικήνα έχω εκτοκίσει / να εκτοκίζω / να εκτοκίσωνα έχεις εκτοκίσει / να εκτοκίζεις / να εκτοκίσειςνα έχει εκτοκίσει / να εκτοκίζει / να εκτοκίσεινα έχουμε εκτοκίσει / να εκτοκίζουμε / να εκτοκίσουμενα έχετε εκτοκίσει / να εκτοκίζετε / να εκτοκίσετενα εκτοκίζουν / να εκτοκίζουνε / να εκτοκίσουν / να εκτοκίσουνε
Προστακτική—εκτόκιζε / εκτόκισε——εκτοκίζετε / εκτοκίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →