εκτοξεύω
•
- πετάω κάτι δυνατά προς τα κάπου Βικιλεξικό
- Η Ελλάδα εκτοξεύει σήμερα δύο μικροδορυφόρους
- μεταφορικάεξαπολύω (π.χ. κατηγορίες, απειλές κ.λπ.) Βικιλεξικό
- Απειλές για αναστολή των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων εκτοξεύει το Βερολίνο κατά της Αγκύρας προκειμένου να ...
- μεταφορικάμεγαλώνω απότομα και σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
- Η αβεβαιότητα εκτόξευσε τα «φέσια» στην αγορά
Ετυμολογία
εκτοξεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκτοξεύω < ἐκ + τοξεύω < τόξον
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτοξεύω | εκτοξεύεις | εκτοξεύει | εκτοξεύουμε | εκτοξεύετε | εκτοξεύουν / εκτοξεύουνε |
| Παρατατικός | εκτόξευα | εκτόξευες | εκτόξευε | εκτοξεύαμε | εκτοξεύατε | εκτοξεύαν / εκτοξεύανε / εκτόξευαν |
| Αόριστος | εκτόξευσα | εκτόξευσες | εκτόξευσε | εκτοξεύσαμε | εκτοξεύσατε | εκτοξεύσαν / εκτοξεύσανε / εκτόξευσαν |
| Μέλλοντας | θα εκτοξεύσω / θα εκτοξεύω | θα εκτοξεύεις / θα εκτοξεύσεις | θα εκτοξεύει / θα εκτοξεύσει | θα εκτοξεύουμε / θα εκτοξεύσουμε | θα εκτοξεύετε / θα εκτοξεύσετε | θα εκτοξεύουν / θα εκτοξεύουνε / θα εκτοξεύσουν / θα εκτοξεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτοξεύσει | έχεις εκτοξεύσει | έχει εκτοξεύσει | έχουμε εκτοξεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτοξεύσει | είχες εκτοξεύσει | είχε εκτοξεύσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκτοξεύσει / να εκτοξεύσω / να εκτοξεύω | να έχεις εκτοξεύσει / να εκτοξεύεις / να εκτοξεύσεις | να έχει εκτοξεύσει / να εκτοξεύει / να εκτοξεύσει | να έχουμε εκτοξεύσει / να εκτοξεύουμε / να εκτοξεύσουμε | να εκτοξεύετε / να εκτοξεύσετε | να εκτοξεύουν / να εκτοξεύουνε / να εκτοξεύσουν / να εκτοξεύσουνε |
| Προστακτική | — | εκτόξευε / εκτόξευσε | — | — | εκτοξεύετε / εκτοξεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκτοξεύτηκαεκτοξεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →