Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτοξεύω

/e.ktoˈkse.vo/ρήμα
•
  1. πετάω κάτι δυνατά προς τα κάπου Βικιλεξικό
    • Η Ελλάδα εκτοξεύει σήμερα δύο μικροδορυφόρους
  2. μεταφορικάεξαπολύω (π.χ. κατηγορίες, απειλές κ.λπ.) Βικιλεξικό
    • Απειλές για αναστολή των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων εκτοξεύει το Βερολίνο κατά της Αγκύρας προκειμένου να ...
  3. μεταφορικάμεγαλώνω απότομα και σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
    • Η αβεβαιότητα εκτόξευσε τα «φέσια» στην αγορά

Ετυμολογία

εκτοξεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκτοξεύω < ἐκ + τοξεύω < τόξον

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκτοξεύωεκτοξεύειςεκτοξεύειεκτοξεύουμεεκτοξεύετεεκτοξεύουν / εκτοξεύουνε
Παρατατικόςεκτόξευαεκτόξευεςεκτόξευεεκτοξεύαμεεκτοξεύατεεκτοξεύαν / εκτοξεύανε / εκτόξευαν
Αόριστοςεκτόξευσαεκτόξευσεςεκτόξευσεεκτοξεύσαμεεκτοξεύσατεεκτοξεύσαν / εκτοξεύσανε / εκτόξευσαν
Μέλλονταςθα εκτοξεύσω / θα εκτοξεύωθα εκτοξεύεις / θα εκτοξεύσειςθα εκτοξεύει / θα εκτοξεύσειθα εκτοξεύουμε / θα εκτοξεύσουμεθα εκτοξεύετε / θα εκτοξεύσετεθα εκτοξεύουν / θα εκτοξεύουνε / θα εκτοξεύσουν / θα εκτοξεύσουνε
Παρακείμενοςέχω εκτοξεύσειέχεις εκτοξεύσειέχει εκτοξεύσειέχουμε εκτοξεύσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εκτοξεύσειείχες εκτοξεύσειείχε εκτοξεύσει———
Υποτακτικήνα έχω εκτοξεύσει / να εκτοξεύσω / να εκτοξεύωνα έχεις εκτοξεύσει / να εκτοξεύεις / να εκτοξεύσειςνα έχει εκτοξεύσει / να εκτοξεύει / να εκτοξεύσεινα έχουμε εκτοξεύσει / να εκτοξεύουμε / να εκτοξεύσουμενα εκτοξεύετε / να εκτοξεύσετενα εκτοξεύουν / να εκτοξεύουνε / να εκτοξεύσουν / να εκτοξεύσουνε
Προστακτική—εκτόξευε / εκτόξευσε——εκτοξεύετε / εκτοξεύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εκτοξεύτηκαεκτοξεύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →