εκτοξευτικός
•
- που έχει σχέση με την εκτόξευση, αναφέρεται σ’ αυτή η χρησιμοποιείται γι’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτοξευτικός < εκτοξευτής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτοξευτικός | εκτοξευτική | εκτοξευτικό |
| Γενική | εκτοξευτικού | εκτοξευτικής | εκτοξευτικού |
| Αιτιατική | εκτοξευτικό | εκτοξευτική | εκτοξευτικό |
| Κλητική | εκτοξευτικέ | εκτοξευτική | εκτοξευτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτοξευτικοί | εκτοξευτικές | εκτοξευτικά |
| Γενική | εκτοξευτικών | εκτοξευτικών | εκτοξευτικών |
| Αιτιατική | εκτοξευτικούς | εκτοξευτικές | εκτοξευτικά |
| Κλητική | εκτοξευτικοί | εκτοξευτικές | εκτοξευτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →