Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκτοξευτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εκτόξευση, αναφέρεται σ’ αυτή η χρησιμοποιείται γι’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκτοξευτικός < εκτοξευτής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτοξευτικόςεκτοξευτικήεκτοξευτικό
Γενικήεκτοξευτικούεκτοξευτικήςεκτοξευτικού
Αιτιατικήεκτοξευτικόεκτοξευτικήεκτοξευτικό
Κλητικήεκτοξευτικέεκτοξευτικήεκτοξευτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκτοξευτικοίεκτοξευτικέςεκτοξευτικά
Γενικήεκτοξευτικώνεκτοξευτικώνεκτοξευτικών
Αιτιατικήεκτοξευτικούςεκτοξευτικέςεκτοξευτικά
Κλητικήεκτοξευτικοίεκτοξευτικέςεκτοξευτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →