εκτραχηλισμός
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού εκτραχηλίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτραχηλισμός < ελληνιστική κοινή ἐκτραχηλισμός < αρχαία ελληνική ἐκτραχηλίζω < τράχηλος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκτραχηλισμός | εκτραχηλισμοί |
| Γενική | εκτραχηλισμού | εκτραχηλισμών |
| Αιτιατική | εκτραχηλισμό | εκτραχηλισμούς |
| Κλητική | εκτραχηλισμέ | εκτραχηλισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →