εκτροχιάζω
•
- βγάζω κάτι από την τροχιά πάνω στην οποία κινείται Βικιλεξικό
- παθητική φωνήεκτροχιάζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκτροχιάζω < εκ + τροχός + -ιάζω ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) dérailler)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκτροχιάζω | εκτροχιάζεις | εκτροχιάζει | εκτροχιάζουμε | εκτροχιάζετε | εκτροχιάζουν / εκτροχιάζουνε |
| Παρατατικός | εκτροχίαζα | εκτροχίαζες | εκτροχίαζε | εκτροχιάζαμε | εκτροχιάζατε | εκτροχίαζαν / εκτροχιάζαν / εκτροχιάζανε |
| Αόριστος | εκτροχίασα | εκτροχίασες | εκτροχίασε | εκτροχιάσαμε | εκτροχιάσατε | εκτροχίασαν / εκτροχιάσαν / εκτροχιάσανε |
| Μέλλοντας | θα εκτροχιάζω / θα εκτροχιάσω | θα εκτροχιάζεις / θα εκτροχιάσεις | θα εκτροχιάζει / θα εκτροχιάσει | θα εκτροχιάζουμε / θα εκτροχιάσουμε | θα εκτροχιάζετε / θα εκτροχιάσετε | θα εκτροχιάζουν / θα εκτροχιάζουνε / θα εκτροχιάσουν / θα εκτροχιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκτροχιάσει | έχεις εκτροχιάσει | έχει εκτροχιάσει | έχουμε εκτροχιάσει | έχετε εκτροχιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκτροχιάσει | είχες εκτροχιάσει | είχε εκτροχιάσει | είχαμε εκτροχιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκτροχιάσει / να εκτροχιάζω / να εκτροχιάσω | να έχεις εκτροχιάσει / να εκτροχιάζεις / να εκτροχιάσεις | να έχει εκτροχιάσει / να εκτροχιάζει / να εκτροχιάσει | να έχουμε εκτροχιάσει / να εκτροχιάζουμε / να εκτροχιάσουμε | να έχετε εκτροχιάσει / να εκτροχιάζετε / να εκτροχιάσετε | να εκτροχιάζουν / να εκτροχιάζουνε / να εκτροχιάσουν / να εκτροχιάσουνε |
| Προστακτική | — | εκτροχίαζε / εκτροχίασε | — | — | εκτροχιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκτροχιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →