Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκφέρω

ρήμα
•
  1. λέω, εκφράζω Βικιλεξικό
  2. παθητική φωνή εκφέρομαι: διατυπώνομαι, συνοδεύομαι, συντάσσομαι Βικιλεξικό
    • Χρησιμοποιούνται επίσης υποκοριστικά ως τοπωνύμια (Παναγίτσα, Προδρόμι < Άγιος Πρόδρομος), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις παραλείπεται το προσωπωνύμιο του αγίου ή της αγίας και το τοπωνύμιο εκφέρεται μόνο με τον τοπικό ή κτητορικό προσδιορισμό: Σπηλιώτισσα (=Παναγιά η Σπηλιώτισσα), Ρωμανού (παλιά μονή ιδιοκτησίας σήμερα της οικογένειας Ρωμανού) κ.ά. (Τα τοπωνύμια της Ελλάδας και η προέλευσή τους, εφημερίδα Πρώτο Θέμα, 24/01/2021 https://www.protothema.gr/stories/article/1087679/ta-toponumia-tis-elladas-kai-i-proeleusi-tous/)

Ετυμολογία

εκφέρω < αρχαία ελληνική ἐκφέρω < ἐκ + φέρω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεκφέρωεκφέρειςεκφέρειεκφέρουμεεκφέρετεεκφέρουν / εκφέρουνε
Παρατατικόςεξέφεραεξέφερεςεξέφερεεκφέραμεεκφέρατεεκφέραν / εκφέρανε / εξέφεραν
Αόριστοςεξέφεραεξέφερεςεξέφερεεκφέραμεεκφέρατεεκφέραν / εκφέρανε / εξέφεραν
Μέλλονταςθα εκφέρωθα εκφέρειςθα εκφέρειθα εκφέρουμεθα εκφέρετεθα εκφέρουν / θα εκφέρουνε
Παρακείμενοςέχω εκφέρειέχεις εκφέρειέχει εκφέρειέχουμε εκφέρειέχετε εκφέρειέχουν εκφέρει
Υπερσυντέλικοςείχα εκφέρειείχες εκφέρειείχε εκφέρειείχαμε εκφέρειείχατε εκφέρειείχαν εκφέρει
Υποτακτικήνα έχω εκφέρει / να εκφέρωνα έχεις εκφέρει / να εκφέρειςνα έχει εκφέρει / να εκφέρεινα έχουμε εκφέρει / να εκφέρουμενα έχετε εκφέρει / να εκφέρετενα έχουν εκφέρει / να εκφέρουν / να εκφέρουνε
Προστακτική—έκφερε / έχε εκφερμένο——έχετε εκφερμένο / εκφέρετε / εκφέρτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →