εκφαυλιστικός
•
- που έχει σχέση με τον εκφαυλισμό ή τον εκφαυλιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφαυλιστικός < εκφαυλιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκφαυλιστικός | εκφαυλιστική | εκφαυλιστικό |
| Γενική | εκφαυλιστικού | εκφαυλιστικής | εκφαυλιστικού |
| Αιτιατική | εκφαυλιστικό | εκφαυλιστική | εκφαυλιστικό |
| Κλητική | εκφαυλιστικέ | εκφαυλιστική | εκφαυλιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκφαυλιστικοί | εκφαυλιστικές | εκφαυλιστικά |
| Γενική | εκφαυλιστικών | εκφαυλιστικών | εκφαυλιστικών |
| Αιτιατική | εκφαυλιστικούς | εκφαυλιστικές | εκφαυλιστικά |
| Κλητική | εκφαυλιστικοί | εκφαυλιστικές | εκφαυλιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →