εκφαυλίζω
•
- κάνω κάτι χειρότερο, φαύλο Βικιλεξικό
- διαφθείρω, εξαχρειώνω (από ηθική άποψη) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφαυλίζω < ελληνιστική κοινή ἐκφαυλίζω < αρχαία ελληνική φαῦλος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκφαυλίζω | εκφαυλίζεις | εκφαυλίζει | εκφαυλίζουμε | εκφαυλίζετε | εκφαυλίζουν / εκφαυλίζουνε |
| Παρατατικός | εκφαύλιζα | εκφαύλιζες | εκφαύλιζε | εκφαυλίζαμε | εκφαυλίζατε | εκφαυλίζαν / εκφαυλίζανε / εκφαύλιζαν |
| Αόριστος | εκφαύλισα | εκφαύλισες | εκφαύλισε | εκφαυλίσαμε | εκφαυλίσατε | εκφαυλίσαν / εκφαυλίσανε / εκφαύλισαν |
| Μέλλοντας | θα εκφαυλίζω / θα εκφαυλίσω | θα εκφαυλίζεις / θα εκφαυλίσεις | θα εκφαυλίζει / θα εκφαυλίσει | θα εκφαυλίζουμε / θα εκφαυλίσουμε | θα εκφαυλίζετε / θα εκφαυλίσετε | θα εκφαυλίζουν / θα εκφαυλίζουνε / θα εκφαυλίσουν / θα εκφαυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκφαυλίσει | έχεις εκφαυλίσει | έχει εκφαυλίσει | έχουμε εκφαυλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκφαυλίσει | είχες εκφαυλίσει | είχε εκφαυλίσει | είχαμε εκφαυλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκφαυλίσει / να εκφαυλίζω / να εκφαυλίσω | να έχεις εκφαυλίσει / να εκφαυλίζεις / να εκφαυλίσεις | να έχει εκφαυλίσει / να εκφαυλίζει / να εκφαυλίσει | να έχουμε εκφαυλίσει / να εκφαυλίζουμε / να εκφαυλίσουμε | να εκφαυλίζετε / να εκφαυλίσετε | να εκφαυλίζουν / να εκφαυλίζουνε / να εκφαυλίσουν / να εκφαυλίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εκφαυλισμένο / εκφαύλιζε / εκφαύλισε | — | — | εκφαυλίζετε / εκφαυλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →