εκφοβίζω
•
- φοβίζω κάποιον με απειλές ή αναφορά επικείμενου κακού, για να τον αναγκάσω να δεχτεί ό,τι θέλω και να πράξει αναλόγως Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφοβίζω < αρχαία ελληνική ἐκφοβέω / ἐκφοβῶ + -ίζω < ἐκ + φοβέω / φοβῶ < φόβος < πρωτοελληνική *pʰógʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰógʷos < *bʰegʷ- (φεύγω, το σκάω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκφοβίζω | εκφοβίζεις | εκφοβίζει | εκφοβίζουμε | εκφοβίζετε | εκφοβίζουν / εκφοβίζουνε |
| Παρατατικός | εκφόβιζα | εκφόβιζες | εκφόβιζε | εκφοβίζαμε | εκφοβίζατε | εκφοβίζαν / εκφοβίζανε / εκφόβιζαν |
| Αόριστος | εκφόβισα | εκφόβισες | εκφόβισε | εκφοβίσαμε | εκφοβίσατε | εκφοβίσαν / εκφοβίσανε / εκφόβισαν |
| Μέλλοντας | θα εκφοβίζω / θα εκφοβίσω | θα εκφοβίζεις / θα εκφοβίσεις | θα εκφοβίζει / θα εκφοβίσει | θα εκφοβίζουμε / θα εκφοβίσουμε | θα εκφοβίζετε / θα εκφοβίσετε | θα εκφοβίζουν / θα εκφοβίζουνε / θα εκφοβίσουν / θα εκφοβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκφοβίσει | έχεις εκφοβίσει | έχει εκφοβίσει | έχουμε εκφοβίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκφοβίσει | είχες εκφοβίσει | είχε εκφοβίσει | είχαμε εκφοβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκφοβίσει / να εκφοβίζω / να εκφοβίσω | να έχεις εκφοβίσει / να εκφοβίζεις / να εκφοβίσεις | να έχει εκφοβίσει / να εκφοβίζει / να εκφοβίσει | να έχουμε εκφοβίσει / να εκφοβίζουμε / να εκφοβίσουμε | να εκφοβίζετε / να εκφοβίσετε | να εκφοβίζουν / να εκφοβίζουνε / να εκφοβίσουν / να εκφοβίσουνε |
| Προστακτική | — | εκφόβιζε / εκφόβισε | — | — | εκφοβίζετε / εκφοβίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκφοβίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →