εκφυλίζω
•
- αλλοιώνω την ουσία και τη φύση κάποιου πράγματος, το ωθώ στην απώλεια των φυσικών του χαρακτηριστικών Βικιλεξικό
- μεταφορικάαλλοιώνω, αδυνατίζω, εξασθενώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάδιαφθείρω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκφυλίζω < (καθαρεύουσα) ἐκφυλίζω. Αναλύεται σε εκ- + φύλ(ο) + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dégénérer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκφυλίζω | εκφυλίζεις | εκφυλίζει | εκφυλίζουμε | εκφυλίζετε | εκφυλίζουν / εκφυλίζουνε |
| Παρατατικός | εκφύλιζα | εκφύλιζες | εκφύλιζε | εκφυλίζαμε | εκφυλίζατε | εκφυλίζαν / εκφυλίζανε / εκφύλιζαν |
| Αόριστος | εκφύλισα | εκφύλισες | εκφύλισε | εκφυλίσαμε | εκφυλίσατε | εκφυλίσαν / εκφυλίσανε / εκφύλισαν |
| Μέλλοντας | θα εκφυλίζω / θα εκφυλίσω | θα εκφυλίζεις / θα εκφυλίσεις | θα εκφυλίζει / θα εκφυλίσει | θα εκφυλίζουμε / θα εκφυλίσουμε | θα εκφυλίζετε / θα εκφυλίσετε | θα εκφυλίζουν / θα εκφυλίζουνε / θα εκφυλίσουν / θα εκφυλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκφυλίσει | έχεις εκφυλίσει | έχει εκφυλίσει | έχουμε εκφυλίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκφυλίσει | είχες εκφυλίσει | είχε εκφυλίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκφυλίσει / να εκφυλίζω / να εκφυλίσω | να έχεις εκφυλίσει / να εκφυλίζεις / να εκφυλίσεις | να έχει εκφυλίσει / να εκφυλίζει / να εκφυλίσει | να έχουμε εκφυλίσει / να εκφυλίζουμε / να εκφυλίσουμε | να εκφυλίζετε / να εκφυλίσετε | να εκφυλίζουν / να εκφυλίζουνε / να εκφυλίσουν / να εκφυλίσουνε |
| Προστακτική | — | εκφύλιζε / εκφύλισε | — | — | εκφυλίζετε / εκφυλίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκφυλίστηκαεκφυλίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →