εκχιονίζω
•
- καθαρίζω μια περιοχή από το χιόνι που έχει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκχιονίζω < εκ + χιονίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκχιονίζω | εκχιονίζεις | εκχιονίζει | εκχιονίζουμε | εκχιονίζετε | εκχιονίζουν / εκχιονίζουνε |
| Παρατατικός | εκχιόνιζα | εκχιόνιζες | εκχιόνιζε | εκχιονίζαμε | εκχιονίζατε | εκχιονίζαν / εκχιονίζανε / εκχιόνιζαν |
| Αόριστος | εκχιόνισα | εκχιόνισες | εκχιόνισε | εκχιονίσαμε | εκχιονίσατε | εκχιονίσαν / εκχιονίσανε / εκχιόνισαν |
| Μέλλοντας | θα εκχιονίζω / θα εκχιονίσω | θα εκχιονίζεις / θα εκχιονίσεις | θα εκχιονίζει / θα εκχιονίσει | θα εκχιονίζουμε / θα εκχιονίσουμε | θα εκχιονίζετε / θα εκχιονίσετε | θα εκχιονίζουν / θα εκχιονίζουνε / θα εκχιονίσουν / θα εκχιονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκχιονίσει | έχεις εκχιονίσει | έχει εκχιονίσει | έχουμε εκχιονίσει | έχετε εκχιονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκχιονίσει | είχες εκχιονίσει | είχε εκχιονίσει | είχαμε εκχιονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκχιονίσει / να εκχιονίζω / να εκχιονίσω | να έχεις εκχιονίσει / να εκχιονίζεις / να εκχιονίσεις | να έχει εκχιονίσει / να εκχιονίζει / να εκχιονίσει | να έχουμε εκχιονίσει / να εκχιονίζουμε / να εκχιονίσουμε | να έχετε εκχιονίσει / να εκχιονίζετε / να εκχιονίσετε | να εκχιονίζουν / να εκχιονίζουνε / να εκχιονίσουν / να εκχιονίσουνε |
| Προστακτική | — | εκχιόνιζε / εκχιόνισε | — | — | εκχιονίζετε / εκχιονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →