εκχυδαΐζω
•
- μετατρέπω σε χυδαίο Βικιλεξικό
- Στην αρχή ήταν λίγο προσεκτικός στις κουβέντες του αλλά τελικά εκχυδάισε τελείως τη συζήτηση απευθυνόμενος συνέχεια προς την αντιπολίτευση με βωμολοχίες
Ετυμολογία
εκχυδαΐζω < εκ + χυδαΐζω (χυδαίος + -ίζω)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκχυδαΐζω | εκχυδαΐζεις | εκχυδαΐζει | εκχυδαΐζουμε | εκχυδαΐζετε | εκχυδαΐζουν / εκχυδαΐζουνε |
| Παρατατικός | εκχυδάιζα | εκχυδάιζες | εκχυδάιζε | εκχυδαΐζαμε | εκχυδαΐζατε | εκχυδάιζαν / εκχυδαΐζαν / εκχυδαΐζανε |
| Αόριστος | εκχυδάισα | εκχυδάισες | εκχυδάισε | εκχυδαΐσαμε | εκχυδαΐσατε | εκχυδάισαν / εκχυδαΐσαν / εκχυδαΐσανε |
| Μέλλοντας | θα εκχυδαΐζω / θα εκχυδαΐσω | θα εκχυδαΐζεις / θα εκχυδαΐσεις | θα εκχυδαΐζει / θα εκχυδαΐσει | θα εκχυδαΐζουμε / θα εκχυδαΐσουμε | θα εκχυδαΐζετε / θα εκχυδαΐσετε | θα εκχυδαΐζουν / θα εκχυδαΐζουνε / θα εκχυδαΐσουν / θα εκχυδαΐσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκχυδαΐσει | έχεις εκχυδαΐσει | έχει εκχυδαΐσει | έχουμε εκχυδαΐσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκχυδαΐσει | είχες εκχυδαΐσει | είχε εκχυδαΐσει | είχαμε εκχυδαΐσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκχυδαΐσει / να εκχυδαΐζω / να εκχυδαΐσω | να έχεις εκχυδαΐσει / να εκχυδαΐζεις / να εκχυδαΐσεις | να έχει εκχυδαΐσει / να εκχυδαΐζει / να εκχυδαΐσει | να έχουμε εκχυδαΐσει / να εκχυδαΐζουμε / να εκχυδαΐσουμε | να εκχυδαΐζετε / να εκχυδαΐσετε | να εκχυδαΐζουν / να εκχυδαΐζουνε / να εκχυδαΐσουν / να εκχυδαΐσουνε |
| Προστακτική | — | εκχυδάιζε / εκχυδάισε | — | — | εκχυδαΐζετε / εκχυδαΐστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εκχυδαΐζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →