εκχυδαϊσμός
•
- η μεταβολή σε χυδαίο, άσεμνο Βικιλεξικό
- η μεταβολή σε ευτελές, απλοϊκό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκχυδαϊσμός < θέμα εκχυδαϊσ- από ρήμα εκχυδαΐζω + -μός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκχυδαϊσμός | εκχυδαϊσμοί |
| Γενική | εκχυδαϊσμού | εκχυδαϊσμών |
| Αιτιατική | εκχυδαϊσμό | εκχυδαϊσμούς |
| Κλητική | εκχυδαϊσμέ | εκχυδαϊσμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →