Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ελασματοποίηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ελασματοποιώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ελασματοποίηση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐλασματοποίη(σις) (η λέξη από το 1890) + -ση, απόδοση για τη γαλλική laminage Μορφολογικά, έλασμα, ελασματ- + -ο- + -ποίηση.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήελασματοποίησηελασματοποιήσεις
Γενικήελασματοποίησηςελασματοποιήσεων
Αιτιατικήελασματοποίησηελασματοποιήσεις
Κλητικήελασματοποίησηελασματοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →