ελαστίνη
•
- βιολογίαπρωτεΐνη που τη βρίσκουμε στους συνδετικούς και ελαστικούς ιστούς ζώων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ελαστίνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική élastine < élastique < νεολατινική elasticus < αρχαία ελληνική ἐλαστός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ελαστίνη | ελαστίνες |
| Γενική | ελαστίνης | ελαστινών |
| Αιτιατική | ελαστίνη | ελαστίνες |
| Κλητική | ελαστίνη | ελαστίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →